Μια νυχτερινή άφιξη που κατέληξε σε γλέντι
Elsa: Το πρώτο μας βράδυ στη Μήλο, κουρασμένες από το ταξίδι, φτάνουμε στο χωρίο Τριοβάσαλος και βρίσκουμε ανοιχτό το Μπακάλικο του Γαλάνη. Ο Νίκος μάς υποδέχεται λες και μας περίμενε. Και πριν προλάβουμε να πούμε οτιδήποτε, καταφτάνει στο τραπέζι ένα καραφάκι ρακή. Έτσι ξεκινάς όμορφα τις διακοπές.
Rose: Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμασταν. Ο Νίκος είναι χαλαρός, φιλικός, από αυτούς τους ανθρώπους που σε κερδίζουν αμέσως. Σου δίνει την αίσθηση ότι δεν είσαι απλώς πελάτης. Είσαι παρέα του.
Το ίδιο και το μαγαζί του. Ο χώρος έχει μια γοητεία άλλης εποχής — γιατί, στην ουσία, ήταν το παλιό μπακάλικο. Αυτό δεν είναι απλώς το όνομά του. Μέσα, ράφια, παλιά αντικείμενα, φωτογραφίες, όλα μιλάνε για την ιστορία του. Κι αν είσαι τυχερός, μπορεί να πετύχεις και τον πατέρα του Νίκου που είναι πρόθυμος να τη διηγηθεί.
Elsa: Ο Νίκος δεν περιορίστηκε στον αρχικό χώρο. Έχει διαμορφώσει και τον απέναντι, εκεί που παλιά ήταν στάση λεωφορείου, σε κάτι που μοιάζει με καθιστικό σπιτιού! Τραπεζάκια απλωμένα, τραπεζομάντηλα που θυμίζουν χαρτιά τυριών και αλλαντικών, φώτα ζεστά. Όλα λένε «έλα, κάτσε, θα περάσουμε ωραία».
Οι γεύσεις που μας κέρδισαν
Rose: Το πρώτο πιάτο που μας έρχεται είναι τα περίφημα σχιζάκια. Ψωμάκι ψημένο με πελτέ, μυρωδικά και λάδι – χτισμένα σαν πυργάκι και συνοδευμένα με ελίτσες και πιπεράκια τουρσί. Είναι ο πιο σωστός τρόπος να ξεκινήσεις τις ρακές.
Elsa: Μετά, ο Νίκος μας φέρνει ένα πιάτο-έκπληξη: καβουρμά με αυγό, φρέσκια ντομάτα και Μηλέικο τυρί. Μια δημιουργική προσέγγιση της παράδοσης. Ο ίδιος μας λέει πως του αρέσει να παίρνει παλιά πιάτα και να τους δίνει μια φρέσκια ματιά. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά νόστιμο.
Rose: Δοκιμάσαμε και μανούρα σε σαγανάκι, σε μπουκίτσες μαζί με αυγουλάκια – ένα πιάτο που μας έπιασε απροετοίμαστες και μας άρεσε πολύ. Εννοείται ότι το ψωμί πήρε φωτιά.
Elsa: Κάπου εκεί εμφανίζεται και το συκωτάκι. Σπιτικό, μαγειρεμένο με μεράκι και μια πολύ ιδιαίτερη σάλτσα. Εγώ το λάτρεψα – τόσο μαλακό, τόσο γευστικό. Καμία βαριά μυρωδιά, μόνο νοστιμιά. Το τελείωσα σχεδόν μόνη μου.
Rose: Εγώ πέρασα στα κεφτεδάκια. Κλασικά, σπιτικά, σαν να στα έφτιαξε η γιαγιά. Μαλακά, αρωματικά, με αυτή τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε ψωμί και κιμά που δείχνει ότι κάποιος τα έχει ζυμώσει με φροντίδα, όχι με το ρολόι στο χέρι. Και συνοδεύονταν από πατάτες – όχι κατεψυγμένες, αλλά κανονικές, φρέσκες, τηγανισμένες σαν στο σπίτι. Κάθε πιρουνιά και αναστεναγμός.
Elsa: Μετά έφτασαν και οι κολοκυθοκεφτέδες. Μαλακοί, ζουμεροί, με φρέσκο κολοκύθι και λίγο τυρί που έλιωνε μέσα τους – τέλειο comfort food. Ούτε βαριοί, ούτε αδιάφοροι. Τους φάγαμε με ρυθμό που δεν μας τιμά ιδιαίτερα, αλλά δεν γινόταν αλλιώς.
Rose: Και κάπου εκεί… ναι, ήρθαν τα πιταράκια. Τυροπιτάκια της Μήλου, τηγανητά, με τραγανό φύλλο και πεντανόστιμο τοπικό τυρί μέσα. Ένα από αυτά τα απλά πράγματα που σου μένουν. Μυρίζουν καλοκαίρι, θείο τραπέζι και παιδικές αναμνήσεις.
Elsa: Ο Νίκος μας πρότεινε να δοκιμάσουμε και πανσετάκι ψητό — και όταν λέμε «μας πρότεινε», εννοούμε ότι μας το έφερε κατευθείαν, γελώντας: «θα μου πείτε μετά αν άξιζε». Άξιζε. Ζουμερό, σωστά ψημένο, με τραγανή πέτσα που έλιωνε στο στόμα και συνοδευτικές πατατούλες για ισορροπία… ή για άλλοθι.
Η βραδιά που δημιούργησε μια παρέα.
Rose: Εκείνο το βράδυ δεν είχε πρόγραμμα. Είχε όμως ρακή, μουσικές που έμπαιναν από το πικάπ, και τον Νίκο, τον Αντώνη, τον Νικολή, να κάθονται μαζί μας. Κάποια στιγμή απλώς… σταματήσαμε να μετράμε τα καραφάκια.
Elsa: Και κάπου ανάμεσα στις ιστορίες για το νησί, το πώς ξεκίνησε το μαγαζί, και τις πρώτες ατάκες-αστεία που πια δεν θυμόμαστε ακριβώς, είχε πάει τρεις το πρωί. Κι εμείς καθόμασταν ακόμα εκεί, με την αίσθηση πως δεν βιαζόταν κανείς.
Rose: Ένα μαγαζί που σε κρατάει με το φαγητό του, το λες καλό.
Ένα μαγαζί που σε κρατάει με τους ανθρώπους του, το λες ξεχωριστό.
Το Μπακάλικο του Γαλάνη είναι και τα δύο.
Elsa: Κι όταν φεύγεις, δεν σε ρωτάνε «περάσατε καλά;».
Σου λένε: “θα τα πούμε πάλι αύριο;”







