Δεν με πειράζει που έφυγες.
Με πειράζει που πήρες μαζί σου ένα κομμάτι μου.
Το όμορφο. Το αθώο. Το ανιδιοτελές.
Από τότε νιώθω σαν να περπατάω λίγο πιο προσεκτικά μέσα στον εαυτό μου, λες και κάτι έσπασε και φοβάμαι μην ακουστεί. Δεν φώναξα όταν έφυγες. Δεν σε κράτησα. Αλλά έμεινα να κοιτάζω το κενό εκεί που ήσουν και να αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάποια να χωράει τόσο πολύ μέσα σε μια ζωή και να λείπει ακόμα περισσότερο.
Σε κουβαλάω χωρίς να το δείχνω. Στον τρόπο που κοντοστέκομαι, στο πώς αγγίζω τον κόσμο πιο προσεκτικά, λες και φοβάμαι μην χαλάσει. Έμαθα πώς είναι να αγαπάς έτσι – ήσυχα, βαθιά, χωρίς εγγυήσεις.
Θα αγαπήσω ξανά. Και θα αγαπηθώ. Το ξέρω.
Αλλά πάντα θα υπάρχει μέσα μου εκείνο το παιδάκι που ζωγράφισε τον τοίχο με μαρκαδόρους. Που δεν σκέφτηκε τις συνέπειες. Που δεν φοβήθηκε το “μετά”. Που παρασύρθηκε από τη χαρά, την περιέργεια, τον ενθουσιασμό. Εκείνη η πρώτη φορά που αγαπάς έτσι χωρίς φρένα, χωρίς άμυνες – δεν επαναλαμβάνεται.
Τώρα θα φοβάμαι το μετά.
Και η χαρά του πριν δεν θα είναι ποτέ ίδια. Όχι γιατί δεν θα είναι αληθινή, αλλά γιατί θα ξέρει. Θα κουβαλάει μνήμη. Θα κουβαλάει εσένα.
Μου λείπεις στις σιωπές μου. Στον τρόπο που χαμηλώνω τη φωνή όταν κάτι με αγγίζει βαθιά. Μου λείπει το πώς με έκανες να νιώθω ότι μπορούσα να είμαι ολόκληρη χωρίς να απολογούμαι. Ότι κάποια με έβλεπε όταν δεν προσπαθούσα να είμαι δυνατή.
Δεν ζητάω να γυρίσεις.
Απλώς προσπαθώ να μάθω πώς ζει κανείς όταν έχει αγαπήσει έτσι.
Πώς συνεχίζει, όταν ξέρει ότι ένα κομμάτι του θα ανήκει για πάντα κάπου αλλού.
Και το αφήνει εκεί – με πόνο, αλλά και με αγάπη..








